G4199 — 3 wystąpień
G4199 · πορθέω (portheō) · to lay waste — πορθέω collat. form (in cl. chiefly poët.) of πέρθω, ; [in LXX: 4Ma.4:23 4Mac 11:4 * ;] ; to destroy, ravage : Act.9:21 , Gal.1:13, 23 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Dz 1Ga 2
-
Dz 9,21
SBLGNT · -AAPNSM-
ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες καὶ ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ πορθήσας ἐν Ἰερουσαλὴμ τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομα τοῦτο, καὶ ὧδε εἰς τοῦτο ἐληλύθει ἵνα δεδεμένους αὐτοὺς ἀγάγῃ ἐπὶ τοὺς ἀρχιερεῖς; -
Ga 1,13
SBLGNT · 1IAI-S--
Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, -
Ga 1,23
SBLGNT · 3IAI-S--
μόνον δὲ ἀκούοντες ἦσαν ὅτι Ὁ διώκων ἡμᾶς ποτε νῦν εὐαγγελίζεται τὴν πίστιν ἥν ποτε ἐπόρθει,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)