G4156 — 3 wystąpień
G4156 · πνικτός (pniktos) · strangled — πνικτός , -ή, -όν; (πνίγω), ; strangled : Act.15:20, 29 21:25 (cf. Lev.17:13-14 ).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Dz 3
-
Dz 15,20
SBLGNT · ----GSN-
ἀλλὰ ἐπιστεῖλαι αὐτοῖς τοῦ ἀπέχεσθαι τῶν ἀλισγημάτων τῶν εἰδώλων καὶ τῆς πορνείας καὶ τοῦ πνικτοῦ καὶ τοῦ αἵματος· -
Dz 15,29
SBLGNT · ----GPN-
ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων καὶ αἵματος καὶ πνικτῶν καὶ πορνείας· ἐξ ὧν διατηροῦντες ἑαυτοὺς εὖ πράξετε. ἔρρωσθε. -
Dz 21,25
SBLGNT · ----ASN-
περὶ δὲ τῶν πεπιστευκότων ἐθνῶν ἡμεῖς ἀπεστείλαμεν κρίναντες φυλάσσεσθαι αὐτοὺς τό τε εἰδωλόθυτον καὶ αἷμα καὶ πνικτὸν καὶ πορνείαν.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)