G4153 — 2 wystąpień
G4153 · πνευματικῶς (pneumatikōs) · spiritually — πνευματικῶς ; adv. (πνεῦμα), ; spiritually ; ; __(a) by the aid of the Holy Spirit : 1Co.2:13 (WH, mg.), 1Co.2:14; ; __(b) in a spiritual sense : Rev.11:8. †; (AS) [STEPBible CC BY]
1 Kor 1Ap 1
-
1 Kor 2,14
SBLGNT · --------
Ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ πνεύματος τοῦ θεοῦ, μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστίν, καὶ οὐ δύναται γνῶναι, ὅτι πνευματικῶς ἀνακρίνεται· -
Ap 11,8
SBLGNT · --------
καὶ τὸ πτῶμα αὐτῶν ἐπὶ τῆς πλατείας τῆς πόλεως τῆς μεγάλης, ἥτις καλεῖται πνευματικῶς Σόδομα καὶ Αἴγυπτος, ὅπου καὶ ὁ κύριος αὐτῶν ἐσταυρώθη.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)