G4101 — 2 wystąpień
G4101 · πιστικός (pistikos) · pure — πιστικός , -ή, -όν (πίστις), ; __1. having the gift of persuasion (Plat., Gorg. , 455A). ; __2. ; __(a) of persons, faithful, trusty (Plut.); ; __(b) of things, trustworthy, genuine : νάρδος π., Mrk.14:3 , Jhn.12:3 .; † (AS) [STEPBible CC BY]
Mk 1J 1
-
Mk 14,3
SBLGNT · ----GSF-
Καὶ ὄντος αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ κατακειμένου αὐτοῦ ἦλθεν γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς· συντρίψασα τὴν ἀλάβαστρον κατέχεεν αὐτοῦ τῆς κεφαλῆς. -
J 12,3
SBLGNT · ----GSF-
ἡ οὖν Μαριὰμ λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου ἤλειψεν τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξεν ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)