G4062 — 2 wystąpień
G4062 · περιτρέπω (peritrepō) · to drive insane — περι-τρέπω ; [in LXX: Wis.5:23 * ;] ; to turn about, turn : with accusative and, dative, Act.26:24 (cf. FlJ, Ant. , ix, 4, 4).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Mdr 1Dz 1
-
Mdr 5,23
LXX · V.FAI3S
ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως καὶ ὡς λαῖλαψ ἐκλικμήσει αὐτούς καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία καὶ ἡ κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστῶν -
Dz 26,24
SBLGNT · 3PAI-S--
Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἀπολογουμένου ὁ Φῆστος μεγάλῃ τῇ φωνῇ φησιν· Μαίνῃ, Παῦλε· τὰ πολλά σε γράμματα εἰς μανίαν περιτρέπει.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)