G3922 — 2 wystąpień
G3922 · παρεισέρχομαι (pareiserchomai) · to come in — παρ-εισ-έρχομαι ; __1. to come in beside or by the way : Rom.5:20. ; __2. to come in secretly, steal in : Gal.2:4. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Rz 1Ga 1
-
Rz 5,20
SBLGNT · 3AAI-S--
νόμος δὲ παρεισῆλθεν ἵνα πλεονάσῃ τὸ παράπτωμα· οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις, -
Ga 2,4
SBLGNT · 3AAI-P--
διὰ δὲ τοὺς παρεισάκτους ψευδαδέλφους, οἵτινες παρεισῆλθον κατασκοπῆσαι τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν ἣν ἔχομεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ἡμᾶς καταδουλώσουσιν—
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)