G3910 — 3 wystąpień
G3910 · παραυτίκα (parautika) · momentary — παρ-αυτίκα ; adv. (πάραυτα = παρ ̓ αὐτά, sc. τὰ πράγματα) [in LXX: Psa.70:3 , Tob.4:14 * ;] ; __1. immediately. ; __2. C. subst., to express brief duration (cf. ἡ π. λαμπρότης, Thuc., ii, 64), momentary, for a moment : 2Co.4:17. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Tb 1Ps 12 Kor 1
-
Tb 4,14
LXX · D
μισθὸς παντὸς ἀνθρώπου ὃς ἐὰν ἐργάσηται παρὰ σοὶ μὴ αὐλισθήτω ἀλλὰ ἀπόδος αὐτῷ παραυτίκα καὶ ἐὰν δουλεύσῃς τῷ θεῷ ἀποδοθήσεταί σοι πρόσεχε σεαυτῷ παιδίον ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου καὶ ἴσθι πεπαιδευμένος ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ σου -
Ps 70,4
LXX · D
ἀποστραφείησαν παραυτίκα αἰσχυνόμενοι οἱ λέγοντές μοι εὖγε εὖγε -
2 Kor 4,17
SBLGNT · --------
τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ’ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν,
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)