G3802 — 3 wystąpień
G3802 · παγιδεύω (pagideuō) · to trap — παγιδεύω ; (παγίς), [in LXX: 1Ki.28:9 (נָקַשׁ hith.), Ecc.9:12 (יָקֹשׁ pu.)* ;] ; to ensnare : metaphorically, with accusative, ἐν λόγῳ, Mat.22:15 (not elsewhere).†; (AS) [STEPBible CC BY]
1 Sm 1Koh 1Mt 1
-
1 Sm 28,9
LXX · V.PAI2S
καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ πρὸς αὐτόν ἰδοὺ δὴ σὺ οἶδας ὅσα ἐποίησεν Σαουλ ὡς ἐξωλέθρευσεν τοὺς ἐγγαστριμύθους καὶ τοὺς γνώστας ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἵνα τί σὺ παγιδεύεις τὴν ψυχήν μου θανατῶσαι αὐτήν -
Koh 9,12
LXX · V.PPI3P
ὅτι καί γε οὐκ ἔγνω ὁ ἄνθρωπος τὸν καιρὸν αὐτοῦ ὡς οἱ ἰχθύες οἱ θηρευόμενοι ἐν ἀμφιβλήστρῳ κακῷ καὶ ὡς ὄρνεα τὰ θηρευόμενα ἐν παγίδι ὡς αὐτὰ παγιδεύονται οἱ υἱοὶ τοῦ ἀνθρώπου εἰς καιρὸν πονηρόν ὅταν ἐπιπέσῃ ἐπ᾿ αὐτοὺς ἄφνω -
Mt 22,15
SBLGNT · 3AAS-P--
Τότε πορευθέντες οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον ὅπως αὐτὸν παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)