G3791 — 3 wystąpień
G3791 · ὀχλέω (ochleō) · to disturb — ὀχλέω , -ῶ; (ὄχλος), [in LXX: Tob.6:7 , 3Ma.5:41 * ;] ; to move, disturb; hence, generally, to trouble, vex : pass., Act.5:6 (act. absol., = pass., to be in a tumult, 3Mac, l.with; cf. ἐν-, παρ-εν-οχλέω, and see MM, xviii).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Tb 2Dz 1
-
Tb 6,8
LXX · V.PAS3S
καὶ εἶπεν αὐτῷ ἡ καρδία καὶ τὸ ἧπαρ ἐάν τινα ὀχλῇ δαιμόνιον ἢ πνεῦμα πονηρόν ταῦτα δεῖ καπνίσαι ἐνώπιον ἀνθρώπου ἢ γυναικός καὶ οὐκέτι οὐ μὴ ὀχληθῇ -
Tb 6,8
LXX · V.APS3S
καὶ εἶπεν αὐτῷ ἡ καρδία καὶ τὸ ἧπαρ ἐάν τινα ὀχλῇ δαιμόνιον ἢ πνεῦμα πονηρόν ταῦτα δεῖ καπνίσαι ἐνώπιον ἀνθρώπου ἢ γυναικός καὶ οὐκέτι οὐ μὴ ὀχληθῇ -
Dz 5,16
SBLGNT · -PPPAPM-
συνήρχετο δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν πέριξ πόλεων Ἰερουσαλήμ, φέροντες ἀσθενεῖς καὶ ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, οἵτινες ἐθεραπεύοντο ἅπαντες.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)