G379 — 2 wystąpień
G379 · ἀναπολόγητος (anapologētos) · inexcusable — ἀναπολόγητος , -ον; (ἀπολογεόμαι), ; without excuse, inexcusable (in Polyb., al., as a forensic term; see Lft., Notes , 252): Rom.1:20 2:1 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Rz 2
-
Rz 1,20
SBLGNT · ----APM-
τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασιν νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης, εἰς τὸ εἶναι αὐτοὺς ἀναπολογήτους, -
Rz 2,1
SBLGNT · ----NSM-
Διὸ ἀναπολόγητος εἶ, ὦ ἄνθρωπε πᾶς ὁ κρίνων· ἐν ᾧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις, τὰ γὰρ αὐτὰ πράσσεις ὁ κρίνων·
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)