G3786 — 4 wystąpień
G3786 · ὄφελος (ophelos) · gain — ὄφελος , -ονς, τό; (ὀφέλλω, to increase) [in LXX: Job.15:3 (יָעַל hi.)* ;] ; advantage, help : 1Co.15:32 , Jas.2:14, 16 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Hi 11 Kor 1Jk 2
-
Hi 15,3
LXX · N.NSN
ἐλέγχων ἐν ῥήμασιν οἷς οὐ δεῖ ἐν λόγοις οἷς οὐδὲν ὄφελος -
1 Kor 15,32
SBLGNT · ----NSN-
εἰ κατὰ ἄνθρωπον ἐθηριομάχησα ἐν Ἐφέσῳ, τί μοι τὸ ὄφελος; εἰ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν. -
Jk 2,14
SBLGNT · ----NSN-
Τί ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; -
Jk 2,16
SBLGNT · ----NSN-
εἴπῃ δέ τις αὐτοῖς ἐξ ὑμῶν· Ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ, θερμαίνεσθε καὶ χορτάζεσθε, μὴ δῶτε δὲ αὐτοῖς τὰ ἐπιτήδεια τοῦ σώματος, τί ὄφελος;
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)