G3783 — 5 wystąpień
G3783 · ὀφείλημα (opheilēma) · debt — ὀφείλημα , -τος, τό; (ὀφείλω), [in LXX: Deu.24:10 (מַשָּׁאָה), I Est.3:20 , 1Ma.15:8 * ;] ; that which is owed, a debt : Rom.4:4; metaphorically (as Aram. חוֺבָא חוֺב), of sin as a debt, Mat.6:12. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Pwt 21 Mch 1Mt 1Rz 1
-
Pwt 24,10
LXX · N.NSN
ἐὰν ὀφείλημα ᾖ ἐν τῷ πλησίον σου ὀφείλημα ὁτιοῦν οὐκ εἰσελεύσῃ εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐνεχυράσαι τὸ ἐνέχυρον -
Pwt 24,10
LXX · N.NSN
ἐὰν ὀφείλημα ᾖ ἐν τῷ πλησίον σου ὀφείλημα ὁτιοῦν οὐκ εἰσελεύσῃ εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐνεχυράσαι τὸ ἐνέχυρον -
1 Mch 15,8
LXX · N.NSN
καὶ πᾶν ὀφείλημα βασιλικὸν καὶ τὰ ἐσόμενα βασιλικὰ ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ εἰς τὸν ἅπαντα χρόνον ἀφιέσθω σοι -
Mt 6,12
SBLGNT · ----APN-
καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφήκαμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· -
Rz 4,4
SBLGNT · ----ASN-
τῷ δὲ ἐργαζομένῳ ὁ μισθὸς οὐ λογίζεται κατὰ χάριν ἀλλὰ κατὰ ὀφείλημα·
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)