G3743 — 3 wystąpień
G3743 · ὁσίως (hosiōs) · devoutly — ὁσίως ; (ὅσιος), ; adv. , [in LXX: 3Ki.8:61 , Wis.6:10 * ;] ; piously, holily : ὁ. καὶ δικαίως κ. ἀμέμπτως (on the distinction here between these synonyms, see M, Th. , 24 f.), 1Th.2:10. †; (AS) [STEPBible CC BY]
1 Krl 1Mdr 11 Tes 1
-
1 Krl 8,61
LXX · D
καὶ ἔστωσαν αἱ καρδίαι ἡμῶν τέλειαι πρὸς κύριον θεὸν ἡμῶν καὶ ὁσίως πορεύεσθαι ἐν τοῖς προστάγμασιν αὐτοῦ καὶ φυλάσσειν ἐντολὰς αὐτοῦ ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη -
Mdr 6,10
LXX · D
οἱ γὰρ φυλάξαντες ὁσίως τὰ ὅσια ὁσιωθήσονται καὶ οἱ διδαχθέντες αὐτὰ εὑρήσουσιν ἀπολογίαν -
1 Tes 2,10
SBLGNT · --------
ὑμεῖς μάρτυρες καὶ ὁ θεός, ὡς ὁσίως καὶ δικαίως καὶ ἀμέμπτως ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν ἐγενήθημεν,
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)