G3630 — 3 wystąpień
G3630 · οἰνοπότης (oinopotēs) · drunkard — οἰνο-πότης , -ου, ὁ; (οίνος + πότης, a drinker), poët. and late prose, [in LXX: Pro.23:20 (יַיִן סָבָא)* ;] ; a wine-drinker, wine-bibber : Mat.11:19 , Luk.7:34 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Prz 1Mt 1Łk 1
-
Prz 23,20
LXX · N.NSN
μὴ ἴσθι οἰνοπότης μηδὲ ἐκτείνου συμβολαῖς κρεῶν τε ἀγορασμοῖς -
Mt 11,19
SBLGNT · ----NSM-
ἦλθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων, καὶ λέγουσιν· Ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, τελωνῶν φίλος καὶ ἁμαρτωλῶν. καὶ ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτῆς. -
Łk 7,34
SBLGNT · ----NSM-
ἐλήλυθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων, καὶ λέγετε· Ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)