G3612 — 4 wystąpień
G3612 · οἴκημα (oikēma) · cell — οἴκημα , -τος, τό; (οἰκέω), [in LXX: Eze.16:24 (גַב), Tob.2:4 , Wis.13:15 * ;] ; a dwelling. As a euphemism for other definite terms (e.g. brothel. Hdt., ii, 121; cf. Ez, l.with), a prison (Thus., iv, 47 f.); Act.12:7. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Tb 1Mdr 1Ez 1Dz 1
-
Tb 2,4
LXX · N.ASN
κἀγὼ πρὶν ἢ γεύσασθαί με ἀναπηδήσας ἀνειλόμην αὐτὸν εἴς τι οἴκημα ἕως οὗ ἔδυ ὁ ἥλιος -
Mdr 13,15
LXX · N.ASN
καὶ ποιήσας αὐτῷ αὐτοῦ ἄξιον οἴκημα ἐν τοίχῳ ἔθηκεν αὐτὸ ἀσφαλισάμενος σιδήρῳ -
Ez 16,24
LXX · N.ASN
καὶ ᾠκοδόμησας σεαυτῇ οἴκημα πορνικὸν καὶ ἐποίησας σεαυτῇ ἔκθεμα ἐν πάσῃ πλατείᾳ -
Dz 12,7
SBLGNT · ----DSN-
καὶ ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου ἐπέστη, καὶ φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ οἰκήματι· πατάξας δὲ τὴν πλευρὰν τοῦ Πέτρου ἤγειρεν αὐτὸν λέγων· Ἀνάστα ἐν τάχει· καὶ ἐξέπεσαν αὐτοῦ αἱ ἁλύσεις ἐκ τῶν χειρῶν.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)