G361 — 3 wystąpień
G361 · ἀναμάρτητος (anamartētos) · sinless — ἀναμάρτητος , -ον; (ἁμαρτεῖν), [in LXX: Deu.29:19 (18) 2Ma.8:4 2Mac 12:42 * ;] ; __1. without missing, unerring (Xen.). ; __2. In moral sense, faultless (Plat.), without sin : Jhn.8:7 (see Cremer, 102, 634; MM, VGT , see word).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Pwt 12 Mch 2
-
Pwt 29,18
LXX · A.ASM
καὶ ἔσται ἐὰν ἀκούσῃ τὰ ῥήματα τῆς ἀρᾶς ταύτης καὶ ἐπιφημίσηται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ λέγων ὅσιά μοι γένοιτο ὅτι ἐν τῇ ἀποπλανήσει τῆς καρδίας μου πορεύσομαι ἵνα μὴ συναπολέσῃ ὁ ἁμαρτωλὸς τὸν ἀναμάρτητον -
2 Mch 8,4
LXX · A.GPM
μνησθῆναι δὲ καὶ τῆς τῶν ἀναμαρτήτων νηπίων παρανόμου ἀπωλείας καὶ περὶ τῶν γενομένων εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ βλασφημιῶν καὶ μισοπονηρῆσαι -
2 Mch 12,42
LXX · A.APM
εἰς ἱκετείαν ἐτράπησαν ἀξιώσαντες τὸ γεγονὸς ἁμάρτημα τελείως ἐξαλειφθῆναι ὁ δὲ γενναῖος Ιουδας παρεκάλεσε τὸ πλῆθος συντηρεῖν αὑτοὺς ἀναμαρτήτους εἶναι ὑπ᾿ ὄψιν ἑωρακότας τὰ γεγονότα διὰ τὴν τῶν προπεπτωκότων ἁμαρτίαν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)