G3546 — 3 wystąpień
G3546 · νόμισμα (nomisma) · coin — νόμισμα , -τος, τό; (νομίζω), [in LXX: Est.8:36 (דָּת), Neh.7:71 R (דַּרְכְּמוֹן), 1Ma.15:6 * ;] ; __1. that which is established by usage, a custom. ; __2. The current coin of a state : Mat.22:19. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Ezd 11 Mch 1Mt 1
-
Ezd 8,36
LXX · N.ASN
καὶ ἔδωκαν τὸ νόμισμα τοῦ βασιλέως τοῖς διοικηταῖς τοῦ βασιλέως καὶ ἐπάρχοις πέραν τοῦ ποταμοῦ καὶ ἐδόξασαν τὸν λαὸν καὶ τὸν οἶκον τοῦ θεοῦ -
1 Mch 15,6
LXX · N.ASN
καὶ ἐπέτρεψά σοι ποιῆσαι κόμμα ἴδιον νόμισμα τῇ χώρᾳ σου -
Mt 22,19
SBLGNT · ----ASN-
ἐπιδείξατέ μοι τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου. οἱ δὲ προσήνεγκαν αὐτῷ δηνάριον.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)