G352 — 4 wystąpień
G352 · ἀνακύπτω (anakuptō) · to straighten up — άνα-κύπτω ; [in LXX: Job.10:15 (נָשָׂא רֹאשׁ), Dan LXX, Su 1:35 * ;] ; to lift oneself up ; ; __(a) bodily ; Luk.13:11 , Jhn.8:7, 10 ; ; __(b) mentally, to be elated : Luk.21:28 (cf. MM, VGT , see word).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Hi 1Dn 1Łk 2
-
Hi 10,15
LXX · V.AAN
ἐάν τε γὰρ ἀσεβὴς ὦ οἴμμοι ἐάν τε ὦ δίκαιος οὐ δύναμαι ἀνακύψαι πλήρης γὰρ ἀτιμίας εἰμί -
Dn 13,35
LXX · V.AAPNSF
ἡ δὲ καρδία αὐτῆς ἐπεποίθει ἐπὶ κυρίῳ τῷ θεῷ αὐτῆς καὶ ἀνακύψασα ἔκλαυσεν ἐν ἑαυτῇ λέγουσα κύριε ὁ θεὸς ὁ αἰώνιος ὁ εἰδὼς τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν σὺ οἶδας ὅτι οὐκ ἐποίησα ἃ πονηρεύονται οἱ ἄνομοι οὗτοι ἐπ᾿ ἐμοί καὶ εἰσήκουσε κύριος τῆς δεήσεως αὐτῆς -
Łk 13,11
SBLGNT · -AAN----
καὶ ἰδοὺ γυνὴ πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δεκαοκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακύψαι εἰς τὸ παντελές. -
Łk 21,28
SBLGNT · 2AAD-P--
ἀρχομένων δὲ τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν, διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)