G3506 — 4 wystąpień
G3506 · νεύω (neuō) · to motion — νεύω ; [in LXX: Pro.4:5 21:1 * ;] ; to nod or beckon, as a sign : with dative of person(s) and inf., Jhn.13:24 , Act.24:10 (cf. δια-, ἐκ-, ἐν-, ἐπι-, κατα-νεύω).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Prz 2J 1Dz 1
-
Prz 4,25
LXX · V.PAD3S
οἱ ὀφθαλμοί σου ὀρθὰ βλεπέτωσαν τὰ δὲ βλέφαρά σου νευέτω δίκαια -
Prz 21,1
LXX · V.FMI2S
ὥσπερ ὁρμὴ ὕδατος οὕτως καρδία βασιλέως ἐν χειρὶ θεοῦ οὗ ἐὰν θέλων νεύσῃ ἐκεῖ ἔκλινεν αὐτήν -
J 13,24
SBLGNT · 3PAI-S--
νεύει οὖν τούτῳ Σίμων Πέτρος πυθέσθαι τίς ἂν εἴη περὶ οὗ λέγει. -
Dz 24,10
SBLGNT · -AAPGSM-
Ἀπεκρίθη τε ὁ Παῦλος νεύσαντος αὐτῷ τοῦ ἡγεμόνος λέγειν· Ἐκ πολλῶν ἐτῶν ὄντα σε κριτὴν τῷ ἔθνει τούτῳ ἐπιστάμενος εὐθύμως τὰ περὶ ἐμαυτοῦ ἀπολογοῦμαι,
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)