G3504 — 5 wystąpień
G3504 · νεόφυτος (neophutos) · new convert — νεό-φυτος , -ον; (νέος, φύω) [in LXX: Job.14:9 , Psa.144:12 , Isa.5:7 (נֶטַע), Psa.128:3 (שְׁתִל)* ;] ; newly planted (LXX). Metaphorical, as subst., ὁ ν., a new convert, neophyte, novice : 1Ti.3:6 †; (AS) [STEPBible CC BY]
Hi 1Ps 2Iz 11 Tm 1
-
Hi 14,9
LXX · A.ASN
ἀπὸ ὀσμῆς ὕδατος ἀνθήσει ποιήσει δὲ θερισμὸν ὥσπερ νεόφυτον -
Ps 128,3
LXX · A.APN
ἡ γυνή σου ὡς ἄμπελος εὐθηνοῦσα ἐν τοῖς κλίτεσι τῆς οἰκίας σου οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν κύκλῳ τῆς τραπέζης σου -
Ps 144,12
LXX · A.APN
ὧν οἱ υἱοὶ ὡς νεόφυτα ἡδρυμμένα ἐν τῇ νεότητι αὐτῶν αἱ θυγατέρες αὐτῶν κεκαλλωπισμέναι περικεκοσμημέναι ὡς ὁμοίωμα ναοῦ -
Iz 5,7
LXX · A.NSN
ὁ γὰρ ἀμπελὼν κυρίου σαβαωθ οἶκος τοῦ Ισραηλ ἐστίν καὶ ἄνθρωπος τοῦ Ιουδα νεόφυτον ἠγαπημένον ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι κρίσιν ἐποίησεν δὲ ἀνομίαν καὶ οὐ δικαιοσύνην ἀλλὰ κραυγήν -
1 Tm 3,6
SBLGNT · ----ASM-
μὴ νεόφυτον, ἵνα μὴ τυφωθεὶς εἰς κρίμα ἐμπέσῃ τοῦ διαβόλου.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)