G3499 — 3 wystąpień
G3499 · νεκρόω (nekroō) · to put to death — νεκρόω , ῶ; (νεκρός), ; to make dead, put to death ; pass., to be dead : hyperbolically, of impotent age, Heb.11:12; σῶμα, Rom.4:19. Trop., of carnal impulses, τὰ μέλη, Col.3:5. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Rz 1Kol 1Hbr 1
-
Rz 4,19
SBLGNT · -XPPASN-
καὶ μὴ ἀσθενήσας τῇ πίστει κατενόησεν τὸ ἑαυτοῦ σῶμα νενεκρωμένον, ἑκατονταετής που ὑπάρχων, καὶ τὴν νέκρωσιν τῆς μήτρας Σάρρας, -
Kol 3,5
SBLGNT · 2AAD-P--
Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία, -
Hbr 11,12
SBLGNT · -XPPGSM-
διὸ καὶ ἀφ’ ἑνὸς ἐγεννήθησαν, καὶ ταῦτα νενεκρωμένου, καθὼς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει καὶ ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης ἡ ἀναρίθμητος.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)