G3469 — 5 wystąpień
G3469 · μωμάομαι (mōmaomai) · to criticize — μωμάομαι , -ῶμαι; (μῶμος), ; poët. and late prose, ; [in LXX: Pro.9:7 (מאוּם), Wis.10:14 , Sir.31:18 * ;] ; to find fault with, blame : 2Co.8:20; pass., 2Co.6:3. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Prz 1Mdr 1Syr 12 Kor 2
-
Prz 9,7
LXX · V.FMI3S
ὁ παιδεύων κακοὺς λήμψεται ἑαυτῷ ἀτιμίαν ἐλέγχων δὲ τὸν ἀσεβῆ μωμήσεται ἑαυτόν -
Mdr 10,14
LXX · V.AMPAPM
συγκατέβη αὐτῷ εἰς λάκκον καὶ ἐν δεσμοῖς οὐκ ἀφῆκεν αὐτόν ἕως ἤνεγκεν αὐτῷ σκῆπτρα βασιλείας καὶ ἐξουσίαν τυραννούντων αὐτοῦ ψευδεῖς τε ἔδειξεν τοὺς μωμησαμένους αὐτὸν καὶ ἔδωκεν αὐτῷ δόξαν αἰώνιον -
Syr 34,18
LXX · V.XMPNSF
θυσιάζων ἐξ ἀδίκου προσφορὰ μεμωμημένη καὶ οὐκ εἰς εὐδοκίαν δωρήματα ἀνόμων -
2 Kor 6,3
SBLGNT · 3APS-S--
μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία, -
2 Kor 8,20
SBLGNT · 3AMS-S--
στελλόμενοι τοῦτο μή τις ἡμᾶς μωμήσηται ἐν τῇ ἁδρότητι ταύτῃ τῇ διακονουμένῃ ὑφ’ ἡμῶν,
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)