G346 — 2 wystąpień
G346 · ἀνακεφαλαιόομαι (anakephalaioomai) · to summarise — ἀνα-κεφαλαιόω , ῶ; (see: κεφαλαιόω) [in Th. , Al.: Psa.72:20 * ;] ; to sum up, gather up, present as a whole : mid., Rom.13:9 , Eph.1:10 (on WH. see Lft., Notes , 321 L; AR, in l; Cremer, 354, 748).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Rz 1Ef 1
-
Rz 13,9
SBLGNT · 3PPI-S--
τὸ γάρ· Οὐ μοιχεύσεις, Οὐ φονεύσεις, Οὐ κλέψεις, Οὐκ ἐπιθυμήσεις, καὶ εἴ τις ἑτέρα ἐντολή, ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ ἀνακεφαλαιοῦται, ἐν τῷ· Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. -
Ef 1,10
SBLGNT · -AMN----
εἰς οἰκονομίαν τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς· ἐν αὐτῷ,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)