G3373 — 4 wystąpień
G3373 · μηκύνω (mēkunō) · to grow — μηκύνω ; (μῆκος), [in LXX: Isa.44:14 (גָּדַל pi.), Eze.12:25, 28 (מָשַׁךְ ni.) * ;] ; to lengthen, extend : of causing plants to grow, Isa, l.with; pass. (mid., Swete, in l), to grow : Mrk.4:27. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Iz 1Ez 2Mk 1
-
Iz 44,14
LXX · V.IAI3S
ὃ ἔκοψεν ξύλον ἐκ τοῦ δρυμοῦ ὃ ἐφύτευσεν κύριος καὶ ὑετὸς ἐμήκυνεν -
Ez 12,25
LXX · V.PAI1S
διότι ἐγὼ κύριος λαλήσω τοὺς λόγους μου λαλήσω καὶ ποιήσω καὶ οὐ μὴ μηκύνω ἔτι ὅτι ἐν ταῖς ἡμέραις ὑμῶν οἶκος ὁ παραπικραίνων λαλήσω λόγον καὶ ποιήσω λέγει κύριος -
Ez 12,28
LXX · V.PAS3P
διὰ τοῦτο εἰπὸν πρὸς αὐτούς τάδε λέγει κύριος οὐ μὴ μηκύνωσιν οὐκέτι πάντες οἱ λόγοι μου οὓς ἂν λαλήσω λαλήσω καὶ ποιήσω λέγει κύριος -
Mk 4,27
SBLGNT · 3PMS-S--
καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρηται νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ ὁ σπόρος βλαστᾷ καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)