G3183 — 6 wystąpień
G3183 · μέθυσος (methusos) · drunkard — μέθυσος , -α, -ον; (also -ος, -ον; prop., only of women, but in late writers also = μεθυστικός, of men), [in LXX: Pro.23:21 (סָבָא) Pro.26:9 (שִׁכּוֹר), Sir.19:1 26:8 , 4Ma.2:7 * ;] ; drunken : 1Co.5:11 6:10 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Prz 2Syr 21 Kor 2
-
Prz 23,21
LXX · A.NSM
πᾶς γὰρ μέθυσος καὶ πορνοκόπος πτωχεύσει καὶ ἐνδύσεται διερρηγμένα καὶ ῥακώδη πᾶς ὑπνώδης -
Prz 33,9
LXX · A.GSM
ἄκανθαι φύονται ἐν χειρὶ τοῦ μεθύσου δουλεία δὲ ἐν χειρὶ τῶν ἀφρόνων -
Syr 19,1
LXX · A.NSM
ἐργάτης μέθυσος οὐ πλουτισθήσεται ὁ ἐξουθενῶν τὰ ὀλίγα κατὰ μικρὸν πεσεῖται -
Syr 26,8
LXX · A.NSF
ὀργὴ μεγάλη γυνὴ μέθυσος καὶ ἀσχημοσύνην αὐτῆς οὐ συγκαλύψει -
1 Kor 5,11
SBLGNT · ----NSM-
νῦν δὲ ἔγραψα ὑμῖν μὴ συναναμίγνυσθαι ἐάν τις ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος ᾖ πόρνος ἢ πλεονέκτης ἢ εἰδωλολάτρης ἢ λοίδορος ἢ μέθυσος ἢ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν. -
1 Kor 6,10
SBLGNT · ----NPM-
οὔτε κλέπται οὔτε πλεονέκται, οὐ μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν θεοῦ κληρονομήσουσιν.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)