G3182 — 4 wystąpień
G3182 · μεθύσκω (methuskō) · to get drunk — μεθύσκω ; [in LXX: Psa.23:5 (רָוָה), Pro.4:17 (שָׁתָה), etc. ;] ; causal of μεθύω, ; to make drunk, intoxicate ; pass., to get drunk : Luk.12:45 , Eph.5:18 , 1Th.5:7 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Prz 1Łk 1Ef 11 Tes 1
-
Prz 23,31
LXX · V.PMD2P
μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ ἀλλὰ ὁμιλεῖτε ἀνθρώποις δικαίοις καὶ ὁμιλεῖτε ἐν περιπάτοις ἐὰν γὰρ εἰς τὰς φιάλας καὶ τὰ ποτήρια δῷς τοὺς ὀφθαλμούς σου ὕστερον περιπατήσεις γυμνότερος ὑπέρου -
Łk 12,45
SBLGNT · -PPN----
ἐὰν δὲ εἴπῃ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· Χρονίζει ὁ κύριός μου ἔρχεσθαι, καὶ ἄρξηται τύπτειν τοὺς παῖδας καὶ τὰς παιδίσκας, ἐσθίειν τε καὶ πίνειν καὶ μεθύσκεσθαι, -
Ef 5,18
SBLGNT · 2PPD-P--
καὶ μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ, ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία, ἀλλὰ πληροῦσθε ἐν πνεύματι, -
1 Tes 5,7
SBLGNT · -PPPNPM-
οἱ γὰρ καθεύδοντες νυκτὸς καθεύδουσιν, καὶ οἱ μεθυσκόμενοι νυκτὸς μεθύουσιν·
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)