G3100 — 4 wystąpień
G3100 · μαθητεύω (mathēteuō) · to disciple — μαθητεύω ; (μαθητής), ; __1. intrans. (as prop. vb. in -εύω, and so Plut., mor. 837 with and elsew.), to be a disciple : with dative, Mat.27:57 (Rec., WH, mg.). ; __2. Trans., to make a disciple : with accusative, Mat.28:19 , Act.14:21 ; p… [STEPBible CC BY]
Mt 3Dz 1
-
Mt 13,52
SBLGNT · -APPNSM-
ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Διὰ τοῦτο πᾶς γραμματεὺς μαθητευθεὶς τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ ὅστις ἐκβάλλει ἐκ τοῦ θησαυροῦ αὐτοῦ καινὰ καὶ παλαιά. -
Mt 27,57
SBLGNT · 3API-S--
Ὀψίας δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ Ἁριμαθαίας, τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς καὶ αὐτὸς ἐμαθητεύθη τῷ Ἰησοῦ· -
Mt 28,19
SBLGNT · 2AAD-P--
πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος, -
Dz 14,21
SBLGNT · -AAPNPM-
Εὐαγγελισάμενοί τε τὴν πόλιν ἐκείνην καὶ μαθητεύσαντες ἱκανοὺς ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Λύστραν καὶ εἰς Ἰκόνιον καὶ ⸁εἰς Ἀντιόχειαν,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)