G2903 — 4 wystąpień
G2903 · κράτιστος (kratistos) · excellent — κράτιστος , -η, -ον ; superl, of κρατύς (Hom.), ; __1. strongest, mightiest (Hom.). ; __2. noblest, best (cf. κρείσσων), most excellent (find., Soph., al.): voc., κρατίστε, as title of honour and respect ( DCG , ii, 727a), Luk.1:3 , Act.23… [STEPBible CC BY]
Łk 1Dz 3
-
Łk 1,3
SBLGNT · ----VSMS
ἔδοξε κἀμοὶ παρηκολουθηκότι ἄνωθεν πᾶσιν ἀκριβῶς καθεξῆς σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε, -
Dz 23,26
SBLGNT · ----DSMS
Κλαύδιος Λυσίας τῷ κρατίστῳ ἡγεμόνι Φήλικι χαίρειν. -
Dz 24,3
SBLGNT · ----VSMS
πάντῃ τε καὶ πανταχοῦ ἀποδεχόμεθα, κράτιστε Φῆλιξ, μετὰ πάσης εὐχαριστίας. -
Dz 26,25
SBLGNT · ----VSMS
ὁ δὲ Παῦλος· Οὐ μαίνομαι, φησίν, κράτιστε Φῆστε, ἀλλὰ ἀληθείας καὶ σωφροσύνης ῥήματα ἀποφθέγγομαι.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)