G2715 — 2 wystąpień
G2715 · κατεξουσιάζω (katexousiazō) · to rule — κατ-εξουσιάζω ; to exercise authority over : with genitive of person(s), Mat.20:25 , Mrk.10:42 .†; SYN : (κατακυριεύω) (see Swete, Mk. , l.with) ; (AS) [STEPBible CC BY]
Mt 1Mk 1
-
Mt 20,25
SBLGNT · 3PAI-P--
ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς εἶπεν· Οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. -
Mk 10,42
SBLGNT · 3PAI-P--
καὶ προσκαλεσάμενος αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)