G2689 — 2 wystąpień
G2689 · καταστολή (katastolē) · attire/behaviour — κατα-στολή , -ῆς, ἡ; (καταστέλλω), [in LXX: Isa.61:3 (מַעֲטֶה)* ;] ; __1. a letting down, checking. ; __2. steadiness, quietness in demeanour. ; __3. LXX and NT (cf. Plut., ii, 65 D; -ίζω = vestire), a garment, dress, attire : 1Ti.2:9 (but se… [STEPBible CC BY]
Iz 11 Tm 1
-
Iz 61,3
LXX · N.ASF
δοθῆναι τοῖς πενθοῦσιν Σιων δόξαν ἀντὶ σποδοῦ ἄλειμμα εὐφροσύνης τοῖς πενθοῦσιν καταστολὴν δόξης ἀντὶ πνεύματος ἀκηδίας καὶ κληθήσονται γενεαὶ δικαιοσύνης φύτευμα κυρίου εἰς δόξαν -
1 Tm 2,9
SBLGNT · ----DSF-
ὡσαύτως καὶ γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν καὶ χρυσίῳ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ,
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)