G2687 — 3 wystąpień
G2687 · καταστέλλω (katastellō) · to quiet — κατα-στέλλω ; [in LXX: 2Ma.4:31 , 3Ma.6:1 * ;] ; __1. to let down, lower. ; __2. to keep down, restrain : with accusative, Act.19:35-36 †; (AS) [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Dz 2
-
2 Mch 4,31
LXX · V.AAN
θᾶττον οὖν ὁ βασιλεὺς ἧκεν καταστεῖλαι τὰ πράγματα καταλιπὼν τὸν διαδεχόμενον Ἀνδρόνικον τῶν ἐν ἀξιώματι κειμένων -
Dz 19,35
SBLGNT · -AAPNSM-
καταστείλας δὲ ὁ γραμματεὺς τὸν ὄχλον φησίν· Ἄνδρες Ἐφέσιοι, τίς γάρ ἐστιν ἀνθρώπων ὃς οὐ γινώσκει τὴν Ἐφεσίων πόλιν νεωκόρον οὖσαν τῆς μεγάλης Ἀρτέμιδος καὶ τοῦ διοπετοῦς; -
Dz 19,36
SBLGNT · -XPPAPM-
ἀναντιρρήτων οὖν ὄντων τούτων δέον ἐστὶν ὑμᾶς κατεσταλμένους ὑπάρχειν καὶ μηδὲν προπετὲς πράσσειν.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)