G2659 — 3 wystąpień
G2659 · κατάνυξις (katanuxis) · stupor — κατά-νυξις , -εως, ἡ; (κατανύσσω, which see), [in LXX: Psa.60:3 (תַּרְעֵלָה), Isa.29:10 (תַּרְדֵּמָה)* ;] ; __1. a pricking. ; __2. (Perhaps through resembl. of κατανύσσω to -νυστάζω), torpor of mind, stupefaction : Rom.11:8 (LXX) (see ICC , in l; Fi… [STEPBible CC BY]
Ps 1Iz 1Rz 1
-
Ps 60,5
LXX · N.GSF
ἔδειξας τῷ λαῷ σου σκληρά ἐπότισας ἡμᾶς οἶνον κατανύξεως -
Iz 29,10
LXX · N.GSF
ὅτι πεπότικεν ὑμᾶς κύριος πνεύματι κατανύξεως καὶ καμμύσει τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν καὶ τῶν προφητῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀρχόντων αὐτῶν οἱ ὁρῶντες τὰ κρυπτά -
Rz 11,8
SBLGNT · ----GSF-
καθὼς γέγραπται· Ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ θεὸς πνεῦμα κατανύξεως, ὀφθαλμοὺς τοῦ μὴ βλέπειν καὶ ὦτα τοῦ μὴ ἀκούειν, ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)