G2655 — 3 wystąpień
G2655 · καταναρκάομαι (katanarkaomai) · to burden — κατα-ναρκάω , -ῶ; (ναρκάω, to grow numb, in LXX, in causal sense, for יָקַע, Gen.32:25 (26); without Heb. equiv., Gen.32:32 (33) Job.33:19 , Dan LXX 11:6*); ; __1. to cause to grow numb. ; __2. Intrans., to grow numb; hence metaphorically, t… [STEPBible CC BY]
2 Kor 3
-
2 Kor 11,9
SBLGNT · 1AAI-S--
καὶ παρὼν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὑστερηθεὶς οὐ κατενάρκησα οὐθενός· τὸ γὰρ ὑστέρημά μου προσανεπλήρωσαν οἱ ἀδελφοὶ ἐλθόντες ἀπὸ Μακεδονίας· καὶ ἐν παντὶ ἀβαρῆ ἐμαυτὸν ὑμῖν ἐτήρησα καὶ τηρήσω. -
2 Kor 12,13
SBLGNT · 1AAI-S--
τί γάρ ἐστιν ὃ ἡσσώθητε ὑπὲρ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας, εἰ μὴ ὅτι αὐτὸς ἐγὼ οὐ κατενάρκησα ὑμῶν; χαρίσασθέ μοι τὴν ἀδικίαν ταύτην. -
2 Kor 12,14
SBLGNT · 1FAI-S--
Ἰδοὺ τρίτον τοῦτο ἑτοίμως ἔχω ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς, καὶ οὐ καταναρκήσω· οὐ γὰρ ζητῶ τὰ ὑμῶν ἀλλὰ ὑμᾶς, οὐ γὰρ ὀφείλει τὰ τέκνα τοῖς γονεῦσιν θησαυρίζειν, ἀλλὰ οἱ γονεῖς τοῖς τέκνοις.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)