G2624 — 2 wystąpień
G2624 · κατακληροδοτέω (kataklērodoteō) · to distribute — κατα-κληρονομέω , -ῶ ; [in LXX for נָחַל, יָרַשׁ, etc. ;] ; __1. to distribute by lot or as an inheritance ( Num.34:18 , Jos.14:1 , al.): Act.13:19 . ; __2. to receive by inheritance ( Deu.1:38 , al.).†; κατα-κληροδοτέω , ῶ, ; [in LXX: Deu.1:38… [STEPBible CC BY]
Pwt 11 Mch 1
-
Pwt 21,16
LXX · V.PAS3S
καὶ ἔσται ᾗ ἂν ἡμέρᾳ κατακληροδοτῇ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ οὐ δυνήσεται πρωτοτοκεῦσαι τῷ υἱῷ τῆς ἠγαπημένης ὑπεριδὼν τὸν υἱὸν τῆς μισουμένης τὸν πρωτότοκον -
1 Mch 3,36
LXX · V.AAN
καὶ κατοικίσαι υἱοὺς ἀλλογενεῖς ἐν πᾶσιν τοῖς ὁρίοις αὐτῶν καὶ κατακληροδοτῆσαι τὴν γῆν αὐτῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)