G2620 — 7 wystąpień
G2620 · κατακαυχάομαι (katakauchaomai) · to boast — κατα-καυχάομαι , -ῶμαι ; [in LXX: Zec.10:12 (הָלַךְ hith.), Jer.50:11 (עָלַז), Jer.50:38 (הָלַל)* ;] ; __1. to boast against, exult over : with genitive, Rom.11:18 , Jas.2:13 ; before κατά, with genitive, Jas.3:14 (T, om. κατά). ; __2. before ἐν,… [STEPBible CC BY]
Jr 2Za 1Rz 2Jk 2
-
Jr 27,11
LXX · V.IMI2P
ὅτι ηὐφραίνεσθε καὶ κατεκαυχᾶσθε διαρπάζοντες τὴν κληρονομίαν μου διότι ἐσκιρτᾶτε ὡς βοΐδια ἐν βοτάνῃ καὶ ἐκερατίζετε ὡς ταῦροι -
Jr 27,38
LXX · V.IMI3P
ἐπὶ τῷ ὕδατι αὐτῆς ἐπεποίθει καὶ καταισχυνθήσονται ὅτι γῆ τῶν γλυπτῶν ἐστιν καὶ ἐν ταῖς νήσοις οὗ κατεκαυχῶντο -
Za 10,12
LXX · V.FMI3P
καὶ κατισχύσω αὐτοὺς ἐν κυρίῳ θεῷ αὐτῶν καὶ ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ κατακαυχήσονται λέγει κύριος -
Rz 11,18
SBLGNT · 2PMD-S--
μὴ κατακαυχῶ τῶν κλάδων· εἰ δὲ κατακαυχᾶσαι, οὐ σὺ τὴν ῥίζαν βαστάζεις ἀλλὰ ἡ ῥίζα σέ. -
Rz 11,18
SBLGNT · 2PMI-S--
μὴ κατακαυχῶ τῶν κλάδων· εἰ δὲ κατακαυχᾶσαι, οὐ σὺ τὴν ῥίζαν βαστάζεις ἀλλὰ ἡ ῥίζα σέ. -
Jk 2,13
SBLGNT · 3PMI-S--
ἡ γὰρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος· κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως. -
Jk 3,14
SBLGNT · 2PMD-P--
εἰ δὲ ζῆλον πικρὸν ἔχετε καὶ ἐριθείαν ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν, μὴ κατακαυχᾶσθε καὶ ψεύδεσθε κατὰ τῆς ἀληθείας.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)