G2272 — 3 wystąpień
G2272 · ἡσύχιος (hēsuchios) · quiet — ἡσύχιος , -α, -ον; (= the more frequently ἥσυχος; cf. Wis.18:14 , Sir.25:20 ), [in LXX: Isa.66:2 (רוּחַ נָכֶה)* ;] ; quiet, tranquil : 1Ti.2:2 , 1Pe.3:4 .†; SYN. : ἤρεμος, of tranquillity arising from without; ἡ., from within (see Ellic. on 1T… [STEPBible CC BY]
Iz 11 Tm 11 P 1
-
Iz 66,2
LXX · A.ASM
πάντα γὰρ ταῦτα ἐποίησεν ἡ χείρ μου καὶ ἔστιν ἐμὰ πάντα ταῦτα λέγει κύριος καὶ ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω ἀλλ᾿ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου -
1 Tm 2,2
SBLGNT · ----ASM-
ὑπὲρ βασιλέων καὶ πάντων τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων, ἵνα ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγωμεν ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι. -
1 P 3,4
SBLGNT · ----GSN-
ἀλλ’ ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πραέως καὶ ἡσυχίου πνεύματος, ὅ ἐστιν ἐνώπιον τοῦ θεοῦ πολυτελές.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)