G2230 — 2 wystąpień
G2230 · ἡγεμονεύω (hēgemoneuō) · to govern — ἡγεμονεύω ; (ἡγεμών), ; __1. to lead the way. ; __2. to lead in war, command (of. Ramsay, Was Christ born at Bethlehem?; DCG , ii, 463 f.). ; __3. to be governor of a province : with genitive loc., Luk.2:2 3:1 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Łk 2
-
Łk 2,2
SBLGNT · -PAPGSM-
(αὕτη ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου·) -
Łk 3,1
SBLGNT · -PAPGSM-
Ἐν ἔτει δὲ πεντεκαιδεκάτῳ τῆς ἡγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, ἡγεμονεύοντος Ποντίου Πιλάτου τῆς Ἰουδαίας, καὶ τετρααρχοῦντος τῆς Γαλιλαίας Ἡρῴδου, Φιλίππου δὲ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ τετρααρχοῦντος τῆς Ἰτουραίας καὶ Τραχωνίτιδος χώρας, καὶ Λυσανίου τῆς Ἀβιληνῆς τετρααρχοῦντος,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)