G2202 — 1 wystąpień
G2202 · ζευκτηρία (zeuktēria) · rope — ζευκτήριος , -α -ον; (ζεύγνυμι), ; fit for joining. As subst., ; __(a) ζευκτήριον, τό = ζυγόν, a yoke ; ; __(b) ζευκτηρία, -ας, ἡ = ζεύγλη, the crossbar of a double rudder : Act.27:40 (found nowhere else).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Dz 1
-
Dz 27,40
SBLGNT · ----APF-
καὶ τὰς ἀγκύρας περιελόντες εἴων εἰς τὴν θάλασσαν, ἅμα ἀνέντες τὰς ζευκτηρίας τῶν πηδαλίων, καὶ ἐπάραντες τὸν ἀρτέμωνα τῇ πνεούσῃ κατεῖχον εἰς τὸν αἰγιαλόν.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)