G21348 — 2 wystąpień
G21348 · χρησιμεύω (chrēsimeuō) · be useful — to be useful or serviceable , τινί to one, (Lucian) (ML) [STEPBible CC BY]
Mdr 1Syr 1
-
Mdr 4,3
LXX · V.FAI3S
πολύγονον δὲ ἀσεβῶν πλῆθος οὐ χρησιμεύσει καὶ ἐκ νόθων μοσχευμάτων οὐ δώσει ῥίζαν εἰς βάθος οὐδὲ ἀσφαλῆ βάσιν ἑδράσει -
Syr 13,4
LXX · V.AAS2S
ἐὰν χρησιμεύσῃς ἐργᾶται ἐν σοί καὶ ἐὰν ὑστερήσῃς καταλείψει σε
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)