G21268 — 1 wystąpień
G21268 · ὑλοτόμος (hulotomos) · worm — cutting or felling wood , (Iliad by Homer):—; as Substantive ὑλοτόμος, a wood-cutter, woodman , (Iliad by Homer) (ML) [STEPBible CC BY]
Mdr 1
-
Mdr 13,11
LXX · A.NSM
εἰ δὲ καί τις ὑλοτόμος τέκτων εὐκίνητον φυτὸν ἐκπρίσας περιέξυσεν εὐμαθῶς πάντα τὸν φλοιὸν αὐτοῦ καὶ τεχνησάμενος εὐπρεπῶς κατεσκεύασεν χρήσιμον σκεῦος εἰς ὑπηρεσίαν ζωῆς
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)