G21188 — 2 wystąpień
G21188 · συνεῖπον (suneipon) · arranged — 1. to speak with any one, confirm what another says, (Isocrates Orator): to agree with , τινί (Xenophon Historicus) ; 2. to advocate another's cause, (Demosthenes Orator); generally, to help, further , (Isocrates Orator) ; 3. to help to te… [STEPBible CC BY]
Dn 2
-
Dn 2,9
LXX · V.AMI2P
ἐὰν μὴ τὸ ἐνύπνιον ἀπαγγείλητέ μοι ἐπ᾿ ἀληθείας καὶ τὴν τούτου σύγκρισιν δηλώσητε θανάτῳ περιπεσεῖσθε συνείπασθε γὰρ λόγους ψευδεῖς ποιήσασθαι ἐπ᾿ ἐμοῦ ἕως ἂν ὁ καιρὸς ἀλλοιωθῇ νῦν οὖν ἐὰν τὸ ῥῆμα εἴπητέ μοι ὃ τὴν νύκτα ἑώρακα γνώσομαι ὅτι καὶ τὴν τούτου κρίσιν δηλώσετε -
Dn 13,38
LXX · V.AMI1P
καὶ αὐτοὶ οὐκ ᾔδεισαν ὅτι εἱστήκειμεν τότε συνειπάμεθα ἀλλήλοις λέγοντες μάθωμεν τίνες εἰσὶν οὗτοι
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)