G21182 — 3 wystąpień
G21182 · συναναστρέφω (sunanastrephō) · to wrestle with — 1. to turn back together , intransitive , (Plutarch) ; 2. Pass. and Mid. to live along with or among others, with dative , (Plutarch) (ML) [STEPBible CC BY]
Rdz 1Syr 1Ba 1
-
Rdz 30,8
LXX · V.API1S
καὶ εἶπεν Ραχηλ συνελάβετό μοι ὁ θεός καὶ συνανεστράφην τῇ ἀδελφῇ μου καὶ ἠδυνάσθην καὶ ἐκάλεσεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Νεφθαλι -
Syr 41,5
LXX · V.PMPNPN
τέκνα βδελυρὰ γίνεται τέκνα ἁμαρτωλῶν καὶ συναναστρεφόμενα παροικίαις ἀσεβῶν -
Ba 3,38
LXX · V.API3S
μετὰ τοῦτο ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)