G21152 — 2 wystąpień
G21152 · συγκεντέω (sugkenteō) · to pierce — to pierce together, to stab at once , Lat. telis confodere , (Herdotus Historicus):—;Pass., ἔμελλε συγκεντηθήσεσθαι (Herdotus Historicus) (ML) [STEPBible CC BY]
2 Mch 2
-
2 Mch 12,23
LXX · V.PAPNSM
ἐποιεῖτο δὲ τὸν διωγμὸν εὐτονώτερον ὁ Ιουδας συγκεντῶν τοὺς ἀλιτηρίους διέφθειρέν τε εἰς μυριάδας τρεῖς ἀνδρῶν -
2 Mch 13,15
LXX · V.AAI3S
ἀναδοὺς δὲ τοῖς περὶ αὐτὸν σύνθημα θεοῦ νίκην μετὰ νεανίσκων ἀρίστων κεκριμένων ἐπιβαλὼν νύκτωρ ἐπὶ τὴν βασιλικὴν αὐλὴν τὴν παρεμβολὴν ἀνεῖλεν εἰς ἄνδρας δισχιλίους καὶ τὸν πρωτεύοντα τῶν ἐλεφάντων σὺν τῷ κατ᾿ οἰκίαν ὄντι συνεκέντησεν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)