G20911 — 1 wystąpień
G20911 · παρεμπίπτω (parempiptō) · be included in one form — to fall in by the way, creep or steal in , (Plato Philosophus) (ML) [STEPBible CC BY]
Mdr 1
-
Mdr 7,25
LXX · V.PAI3S
ἀτμὶς γάρ ἐστιν τῆς τοῦ θεοῦ δυνάμεως καὶ ἀπόρροια τῆς τοῦ παντοκράτορος δόξης εἰλικρινής διὰ τοῦτο οὐδὲν μεμιαμμένον εἰς αὐτὴν παρεμπίπτει
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)