G20910 — 4 wystąpień
G20910 · παρέλκω (parelkō) · be derived — 1. to draw aside, pervert , (Pindar): —;Mid. to draw aside to oneself, draw away from , τί τινος (Odyssey by Homer) ; 2. to lead alongside , as one does a led horse, (Herdotus Historicus); παρέλκειν ἐκ γῆς to tow [boats] from the bank, (He… [STEPBible CC BY]
Syr 4
-
Syr 4,1
LXX · V.AAS2S
τέκνον τὴν ζωὴν τοῦ πτωχοῦ μὴ ἀποστερήσῃς καὶ μὴ παρελκύσῃς ὀφθαλμοὺς ἐπιδεεῖς -
Syr 4,3
LXX · V.AAS2S
καρδίαν παρωργισμένην μὴ προσταράξῃς καὶ μὴ παρελκύσῃς δόσιν προσδεομένου -
Syr 29,5
LXX · V.FAI3S
ἕως οὗ λάβῃ καταφιλήσει χεῖρας αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῶν χρημάτων τοῦ πλησίον ταπεινώσει φωνήν καὶ ἐν καιρῷ ἀποδόσεως παρελκύσει χρόνον καὶ ἀποδώσει λόγους ἀκηδίας καὶ τὸν καιρὸν αἰτιάσεται -
Syr 29,8
LXX · V.AAS2S
πλὴν ἐπὶ ταπεινῷ μακροθύμησον καὶ ἐπ᾿ ἐλεημοσύνῃ μὴ παρελκύσῃς αὐτόν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)