G20904 — 2 wystąpień
G20904 · παραχωρέω (parachōreō) · to flow — 1. to go aside, make room, give place, retire , (Aristophanes Comicus), etc.: π. τινί to give way, yield, submit , (Plato Philosophus), etc.:—; π. τινός to retire from , (Demosthenes Orator) ; 2. to step aside out of the way for another, a… [STEPBible CC BY]
2 Mch 2
-
2 Mch 2,28
LXX · V.AAPNPM
τὸ μὲν διακριβοῦν περὶ ἑκάστων τῷ συγγραφεῖ παραχωρήσαντες τὸ δὲ ἐπιπορεύεσθαι τοῖς ὑπογραμμοῖς τῆς ἐπιτομῆς διαπονοῦντες -
2 Mch 8,11
LXX · V.FAN
εὐθέως δὲ εἰς τὰς παραθαλασσίους πόλεις ἀπέστειλεν προκαλούμενος ἐπ᾿ ἀγορασμὸν Ιουδαίων σωμάτων ὑπισχνούμενος ἐνενήκοντα σώματα ταλάντου παραχωρήσειν οὐ προσδεχόμενος τὴν παρὰ τοῦ παντοκράτορος μέλλουσαν παρακολουθήσειν ἐπ᾿ αὐτῷ δίκην
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)