G20574 — 1 wystąpień
G20574 · καταφράσσω (kataphrassō) · to protect — to cover with mail; ἵπποι καταπεφραγμένοι (Plutarch) (ML) [STEPBible CC BY]
1 Mch 1
-
1 Mch 6,38
LXX · V.PMPNPM
καὶ τὴν ἐπίλοιπον ἵππον ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἔστησεν ἐπὶ τὰ δύο μέρη τῆς παρεμβολῆς κατασείοντες καὶ καταφρασσόμενοι ἐν ταῖς φάλαγξιν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)