G20240 — 1 wystąpień
G20240 · διασυρίζω (diasurizō) · to whistle idly — whistle away, waste idly [STEPBible CC BY]
Dn 1
-
Dn 3,50
LXX · V.PAPNSN
καὶ ἐποίησε τὸ μέσον τῆς καμίνου ὡσεὶ πνεῦμα δρόσου διασυρίζον καὶ οὐχ ἥψατο αὐτῶν καθόλου τὸ πῦρ καὶ οὐκ ἐλύπησε καὶ οὐ παρηνώχλησεν αὐτούς
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)