G20128 — 5 wystąpień
G20128 · ἀπότομος (apotomos) · precisely — 1. cut off, abrupt, precipitous , (Herdotus Historicus); ἀπότομον ὤρουσεν εἰς ἀνάγκαν, metaphorically from one who comes suddenly to the edge of a cliff , (Sophocles Tragicus) ; 2. metaphorically severe, relentless , (Euripides) (ML) [STEPBible CC BY]
Mdr 5
-
Mdr 5,20
LXX · A.ASF
ὀξυνεῖ δὲ ἀπότομον ὀργὴν εἰς ῥομφαίαν συνεκπολεμήσει δὲ αὐτῷ ὁ κόσμος ἐπὶ τοὺς παράφρονας -
Mdr 6,5
LXX · A.NSF
φρικτῶς καὶ ταχέως ἐπιστήσεται ὑμῖν ὅτι κρίσις ἀπότομος ἐν τοῖς ὑπερέχουσιν γίνεται -
Mdr 11,10
LXX · A.NSM
τούτους μὲν γὰρ ὡς πατὴρ νουθετῶν ἐδοκίμασας ἐκείνους δὲ ὡς ἀπότομος βασιλεὺς καταδικάζων ἐξήτασας -
Mdr 12,9
LXX · A.DSM
οὐκ ἀδυνατῶν ἐν παρατάξει ἀσεβεῖς δικαίοις ὑποχειρίους δοῦναι ἢ θηρίοις δεινοῖς ἢ λόγῳ ἀποτόμῳ ὑφ᾿ ἓν ἐκτρῖψαι -
Mdr 18,15
LXX · A.NSM
ὁ παντοδύναμός σου λόγος ἀπ᾿ οὐρανῶν ἐκ θρόνων βασιλείων ἀπότομος πολεμιστὴς εἰς μέσον τῆς ὀλεθρίας ἥλατο γῆς ξίφος ὀξὺ τὴν ἀνυπόκριτον ἐπιταγήν σου φέρων
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)