G1965 — 2 wystąpień
G1965 · ἐπίορκος (epiorkos) · perjurer — ἐπί-ορκος , -ον ; [in LXX: Zec.5:3 (שָׁבַע ni.) * ;] ; __1. of oaths, sworn falsely. ; __2. Of persons, perjured ; as subst., a perjurer, false swearer : 1Ti.1:10. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Za 11 Tm 1
-
Za 5,3
LXX · A.NSM
καὶ εἶπεν πρός με αὕτη ἡ ἀρὰ ἡ ἐκπορευομένη ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς διότι πᾶς ὁ κλέπτης ἐκ τούτου ἕως θανάτου ἐκδικηθήσεται καὶ πᾶς ὁ ἐπίορκος ἐκ τούτου ἕως θανάτου ἐκδικηθήσεται -
1 Tm 1,10
SBLGNT · ----DPM-
πόρνοις, ἀρσενοκοίταις, ἀνδραποδισταῖς, ψεύσταις, ἐπιόρκοις, καὶ εἴ τι ἕτερον τῇ ὑγιαινούσῃ διδασκαλίᾳ ἀντίκειται,
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)